ἐϋκτήμων

ἐϋκτήμων, ον, gen. ονος, ([etym.] κτῆμα)
A wealthy, Pi.N.7.92; εὐκτ- Paul. Al.M.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Εὐκτήμων — masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτήμων — ἐυκτήμων wealthy masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εϋκτήμων — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Αστρονόμος (5ος αι. π.Χ.). Καθόρισε, μαζί με τον Μέτωνα, τις σχέσεις ηλιακού και σεληνιακού έτους. Κατάρτισε πίνακα των πρωινών και εσπερινών εμφανίσεων των αστέρων. 2. Αθηναίος άρχοντας (5ος αι. π.Χ.). Υπήρξε και… …   Dictionary of Greek

  • εὐκτήμονα — ἐυκτήμων wealthy neut nom/voc/acc pl ἐυκτήμων wealthy masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐκτήμονα — Εὐκτήμων masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐκτήμονας — Εὐκτήμων masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτήμονας — ἐυκτήμων wealthy masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐκτήμονι — Εὐκτήμων masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτήμονι — ἐυκτήμων wealthy dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐκτήμονος — Εὐκτήμων masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτήμονος — ἐυκτήμων wealthy gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.